Μια νέα, ανησυχητική πραγματικότητα διαμορφώνεται στην Ευρώπη και αμφισβητεί παγιωμένες αντιλήψεις δεκαετιών. Νέοι άνθρωποι με διεθνείς σπουδές, εμπειρίες σε διαφορετικές χώρες και πτυχία από κορυφαία πανεπιστήμια στρέφονται προς εθνικιστικές αφηγήσεις. Όχι όλοι αλλά ένα μεγάλο ποσοστό.
Σε αυτό το φαινόμενο προσπαθεί να απαντήσει δημοσίευμα του conversation και αποκαλύπτει μια κρίσιμη αδυναμία των ευρωπαϊκών θεσμών. Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να διεύρυνε τους ορίζοντες, όμως δεν κατάφερε από μόνη της να απαντήσει στο βαθύτερο ανθρώπινο ερώτημα της ταυτότητας. Το ερώτημα «ποιος είμαι και πού ανήκω» παραμένει ανοιχτό και η ακροδεξιά έχει καταφέρει να το εκμεταλλευτεί με τρόπο απλό, συναισθηματικό και πολιτικά αποτελεσματικό.
Τα εκλογικά δεδομένα επιβεβαιώνουν τη μετατόπιση. Στις ευρωεκλογές του 2024, τα κόμματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς κατέγραψαν το υψηλότερο ποσοστό στην ιστορία τους, εξασφαλίζοντας 191 από τις 720 έδρες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Δεν πρόκειται μόνο για ψήφο διαμαρτυρίας από οικονομικά πιεσμένες κοινωνικές ομάδες. Η στήριξη ενισχύεται και σε νεότερες ηλικίες, ιδιαίτερα μεταξύ νεαρών ανδρών κάτω των 30 ετών.
Στη Γερμανία, η Alternative für Deutschland αύξησε σημαντικά την απήχησή της στους νεότερους ψηφοφόρους, ενώ στη Γαλλία η Rassemblement National βρέθηκε στην κορυφή των προτιμήσεων σημαντικού τμήματος των νέων ηλικιών και το μήνυμα είναι σαφές. Η ακροδεξιά δεν κερδίζει μόνο επειδή προτείνει πολιτικές θέσεις αλλά επειδή φέρεται να προσφέρει μια ιστορία. Μια αφήγηση για το ποιος ανήκει, ποιος απειλείται και ποια κοινότητα πρέπει να προστατευθεί.
Το ευρωπαϊκό κενό της ταυτότητας
Έτσι, οι εθνικιστικές δυνάμεις επενδύουν στην έννοια της πολιτισμικής ταυτότητας, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Παρουσιάζουν μια απλή και συναισθηματικά κατανοητή απάντηση στο ερώτημα της συλλογικής ένταξης: ποιος είναι ο «πραγματικός» Ευρωπαίος, ο «πραγματικός» Γάλλος ή ο «πραγματικός» Γερμανός.
Απέναντι σε αυτή την αφήγηση, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει κυρίως θεσμούς, δικαιώματα, κοινή αγορά και νόμισμα. Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, όλα αυτά αποτελούν σημαντικά επιτεύγματα, όμως δεν συγκροτούν από μόνα τους ένα ισχυρό πολιτισμικό αφήγημα.
Όπως είχε επισημάνει ο Γάλλος φιλόσοφος Étienne Balibar, το ευρωπαϊκό εγχείρημα ανέκαθεν βρισκόταν ανάμεσα σε δύο αντίθετες δυνάμεις. Τον οικουμενισμό της ευρωπαϊκής ιδέας και τις αποκλειστικές λογικές του έθνους, της γλώσσας και της καταγωγής. Για δεκαετίες, λοιπόν, η Ευρώπη θεώρησε ότι η πολιτική και οικονομική ενοποίηση θα δημιουργούσε αυτόματα και μια κοινή πολιτισμική συνείδηση.
Αυτό, όμως δεν συνέβη και το κενό που δημιουργήθηκε άρχισαν να το καλύπτουν άλλοι.
Η ιδέα της Μελίνας Μερκούρη και η απομάκρυνση από τις ευρωπαϊκές αρχές
Υπήρξε όμως μια περίοδος κατά την οποία η Ευρώπη αντιλαμβανόταν διαφορετικά τον ρόλο του πολιτισμού. Το 1985, η Ελληνίδα υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη και ο Γάλλος ομόλογός της Jack Lang συνέβαλαν στη δημιουργία του θεσμού της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.
Η ιδέα ήταν ξεκάθαρη. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορούσε να στηριχθεί μόνο σε οικονομικούς μηχανισμούς. Χρειαζόταν κοινές εμπειρίες, μνήμη και πολιτισμικούς δεσμούς.
Από τότε, δεκάδες πόλεις σε ολόκληρη την Ευρώπη έγιναν φορείς αυτού του εγχειρήματος. Ωστόσο, η σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από εκείνη τη λογική.
Το πρόγραμμα Creative Europe, ο βασικός μηχανισμός πολιτιστικής χρηματοδότησης της ΕΕ, διαθέτει περίπου το 0,15% του συνολικού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Σε μια εποχή όπου η πολιτισμική επιρροή αποτελεί βασικό εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος, η Ευρώπη επενδύει περιορισμένα σε ένα πεδίο που καθορίζει συνειδήσεις.
Inspired by the Culture Compass for Europe, the Joint Declaration “Europe for Culture-Culture for Europe” sets out a shared political commitment for EU cultural policy.@Europarl_EN, @EUCouncil & @EU_Commission together for culture. 🎨🎭
— Creative Europe (@europe_creative) June 18, 2026
Read🔗https://t.co/qOK7UdgEgP pic.twitter.com/WIQLvwqB8T
Η νέα μάχη διεξάγεται στις οθόνες
Η αλλαγή του μιντιακού περιβάλλοντος έχει μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Οι αλγοριθμικές πλατφόρμες δεν λειτουργούν ως ουδέτεροι χώροι ενημέρωσης. Επιβραβεύουν το περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα και οι απλές, συγκρουσιακές αφηγήσεις συχνά υπερισχύουν.
Η Ευρώπη σχεδίασε πολιτιστικές πολιτικές για μια εποχή όπου οι ιδέες διακινούνταν μέσα από θεσμούς, πόλεις και εκπαιδευτικά συστήματα. Σήμερα, όμως, η κουλτούρα ταξιδεύει κυρίως μέσα από ψηφιακές ροές.
Η ακροδεξιά προσαρμόστηκε σε αυτή τη νέα πραγματικότητα ταχύτερα. Δημιούργησε περιεχόμενο που μιλά στη γλώσσα των κοινωνικών δικτύων: άμεσο, συναισθηματικό και βασισμένο στην αίσθηση απειλής ή απώλειας.
Το εγχείρημα του Erasmus
Το πρόγραμμα Erasmus αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, δεν αρκεί από μόνο του για να δημιουργήσει ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Οι περισσότεροι νέοι που συμμετέχουν σε διεθνείς ανταλλαγές έχουν ήδη μια θετική στάση απέναντι στην Ευρώπη πριν φύγουν από τη χώρα τους. Η κινητικότητα ενισχύει μια υπάρχουσα ταυτότητα, αλλά δεν δημιουργεί απαραίτητα μια νέα. Το αποτέλεσμα είναι μια αντίφαση αφού η Ευρώπη παράγει γενιές νέων με διεθνείς εμπειρίες, αλλά όχι πάντα με βαθιά αίσθηση κοινής πολιτισμικής συμμετοχής.
Η πρόκληση δεν είναι να δημιουργηθούν περισσότεροι «κοσμοπολίτες» που γνωρίζουν τον κόσμο. Είναι να δημιουργηθούν πολίτες που γνωρίζουν γιατί ανήκουν σε μια κοινότητα αξιών.
Ανάγκη για νέα πολιτιστική στρατηγική
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Erasmus+ και τα πανεπιστήμια έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν μια διαφορετική πορεία. Όμως απαιτείται μια αλλαγή αντίληψης μιας και ο πολιτισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματική πολιτική. Είναι υποδομή. Όπως οι δρόμοι επιτρέπουν την οικονομική ανάπτυξη, έτσι οι κοινές πολιτιστικές εμπειρίες επιτρέπουν τη δημιουργία κοινωνικής συνοχής.
Η ακροδεξιά κατάφερε να κερδίσει έδαφος επειδή απάντησε σε μια ανάγκη που άλλοι αγνόησαν, αυτή του ανθρώπου να αισθάνεται ότι αποτελεί μέρος μιας ιστορίας. Η Ευρώπη έχει ακόμη τη δυνατότητα να γράψει αυτή την ιστορία. Όμως για να το κάνει, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η πίστη σε ένα κοινό μέλλον δεν χτίζεται μόνο με συνθήκες, κανονισμούς και οικονομικούς δείκτες.